robot
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
robot (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- robot < τσεχική, robota, καταναγκαστικό έργο
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| robot | robots |
robot (fr) αρσενικό
- ρομπότ, ανθρωποειδής μηχανή που μπορεί να κινείται και να εργάζεται
- ρομπότ, μηχανισμός που κινείται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, ικανός να λάβει υπόψη του το περιβάλλον ώστε να εφαρμόσει την κίνησή του πάνω σ' αυτό