saw
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
saw
(en)
το
πριόνι
[
]
Ρήμα
saw
(en)
(
αόρ.
:
sawed
,
παθ. μτχ.
:
sawn
)
πριονίζω
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Ρήματα (αγγλικά)
Αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Ænglisc
العربية
Deutsch
English
Esperanto
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Hrvatski
Magyar
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Limburgs
ລາວ
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Polski
Português
Русский
Simple English
Српски / Srpski
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Tagalog
Türkçe
Українська
Tiếng Việt
Wolof
中文