strategia
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
Επίθετο
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | strategia | strategiaj |
| αιτιατική | strategian | strategiajn |
strategia (eo)
- στρατηγικός, που αφορά τη στρατηγική
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | strategia | strategiaj |
| αιτιατική | strategian | strategiajn |
strategia (eo)