table
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
table (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| table | tables |
table (fr) αρσενικό
- το τραπέζι
- ο πίνακας αριθμών, ονομάτων, κλπ.
- Table des matières. - Πίνακας περιεχομένων.