σανίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σανίδα | σανίδες |
| γενική | σανίδας | σανίδων |
| αιτιατική | σανίδα | σανίδες |
| κλητική | σανίδα | σανίδες |
[
]
Ετυμολογία
- σανίδα < αρχαία ελληνική σανίς
[
]
Ουσιαστικό
σανίδα θηλυκό
- παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος
- (μεταφορικά) για πολύ λεπτό άνθρωπο ή ειδικά για κοιλιά επίπεδη, γυμνασμένη και χωρίς πάχος
[
] Εκφράσεις
- σανίδα σωτηρίας: το πρώτο διαθέσιμο μέσο σωτηρίας για κάποιον που βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση