λεπτός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτός | λεπτή | λεπτό |
| Γενική | λεπτού | λεπτής | λεπτού |
| Αιτιατική | λεπτό | λεπτή | λεπτό |
| Κλητική | λεπτέ | λεπτή | λεπτό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | λεπτοί | λεπτές | λεπτά |
| Γενική | λεπτών | λεπτών | λεπτών |
| Αιτιατική | λεπτούς | λεπτές | λεπτά |
| Κλητική | λεπτοί | λεπτές | λεπτά |
Ετυμολογία
- λεπτός < αρχαία ελληνική λεπτός
Επίθετο
λεπτός -ή -ό
- (ως προς τις διαστάσεις) που έχει μικρό πάχος
- λεπτή επιφάνεια
- λεπτή γραμμή
- λεπτός άντρας
- ήταν ψηλή, λεπτή, με γαλανά μάτια
συνώνυμα: αδύνατος, άπαχος, ισχνός, κομψός, λιγνός, ραδινός
- (ως προς το χαρακτήρα) ευγενής και διακριτικός
- είναι λεπτός άνθρωπος και οι χοντράδες τον στενοχωρούν, αν και δεν το δείχνει
- (μεταφορικά) που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στο χειρισμό του, ευαίσθητος
- λεπτό ζήτημα
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
- εκλεπτύνω, εκλέπτυνση, εκλεπτυσμένος
- λεπτεπίλεπτος
- λεπτοδουλεμένος
- λεπτοκαμωμένος
- λεπτόκοκκος
- λεπτομέρεια, λεπτομερής
- λεπτολογώ
- λεπτούργημα

