λεπτός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική λεπτός λεπτή λεπτό
Γενική λεπτού λεπτής λεπτού
Αιτιατική λεπτό λεπτή λεπτό
Κλητική λεπτέ λεπτή λεπτό
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική λεπτοί λεπτές λεπτά
Γενική λεπτών λεπτών λεπτών
Αιτιατική λεπτούς λεπτές λεπτά
Κλητική λεπτοί λεπτές λεπτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λεπτός < αρχαία ελληνική λεπτός

Open book 01.svg Επίθετο

λεπτός -ή -ό

  • (ως προς τις διαστάσεις) που έχει μικρό πάχος
λεπτή επιφάνεια
λεπτή γραμμή
λεπτός άντρας
ήταν ψηλή, λεπτή, με γαλανά μάτια
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδύνατος, άπαχος, ισχνός, κομψός, λιγνός, ραδινός
είναι λεπτός άνθρωπος και οι χοντράδες τον στενοχωρούν, αν και δεν το δείχνει
  • (μεταφορικά) που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στο χειρισμό του, ευαίσθητος
λεπτό ζήτημα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα



Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες