λεπτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική λεπτός λεπτή λεπτό
γενική λεπτού λεπτής λεπτού
αιτιατική λεπτό λεπτή λεπτό
κλητική λεπτέ λεπτή λεπτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λεπτοί λεπτές λεπτά
γενική λεπτών λεπτών λεπτών
αιτιατική λεπτούς λεπτές λεπτά
κλητική λεπτοί λεπτές λεπτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λεπτός < αρχαία ελληνική λεπτός < λέπω

Open book 01.svg Επίθετο[]

λεπτός -ή -ό

  • (ως προς τις διαστάσεις) που έχει μικρό πάχος
λεπτή επιφάνεια
λεπτή γραμμή
λεπτός άντρας
ήταν ψηλή, λεπτή, με γαλανά μάτια
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδύνατος, άπαχος, ισχνός, κομψός, λιγνός, ραδινός
είναι λεπτός άνθρωπος και οι χοντράδες τον στενοχωρούν, αν και δεν το δείχνει
  • (μεταφορικά) που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στο χειρισμό του, ευαίσθητος
λεπτό ζήτημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λεπτός < λέπω

Open book 01.svg Επίθετο[]

λεπτός, -ή, -όν

  1. ξεφλουδισμένος
  2. λεπτόκοκκος
  3. λεπτός, αδύνατος, ισχνός
  4. μικρός
  5. ικανός, έξυπνος
  6. ευαίσθητος (ως προς τα συναισθήματα)

Αναφορές []

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883