ισχνός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισχνός | ισχνή | ισχνό |
| Γενική | ισχνού | ισχνής | ισχνού |
| Αιτιατική | ισχνό | ισχνή | ισχνό |
| Κλητική | ισχνέ | ισχνή | ισχνό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | ισχνοί | ισχνές | ισχνά |
| Γενική | ισχνών | ισχνών | ισχνών |
| Αιτιατική | ισχνούς | ισχνές | ισχνά |
| Κλητική | ισχνοί | ισχνές | ισχνά |
Ετυμολογία
- ισχνός < αρχαία ελληνική ἰσχνός
Προφορά
Επίθετο
ισχνός, -ή, -ό
- εξαιρετικά αδύνατος (ως προς τη σωματική κατασκευή)
- εξαιρετικά αδύνατος (ως προς την ένταση)
- (μεταφορικά) καθόλου πειστικός, χωρίς αποδεικτική επάρκεια
-
- μια ισχνή δικαιολογία
-
- (μεταφορικά) πολύ μικρής αξίας
Εκφράσεις
- περίοδος ισχνών αγελάδων : περίοδος φτώχιας