fin
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
fin (en)
- πτερύγιο (ψαριού, δελφινιού κλπ)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- fin < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| fin | fins |
fin (fr) θηλυκό
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | fin | fins |
| θηλυκό | fine | fines |
fin (fr)
Συγγενικές λέξεις
Ολλανδικά (nl)
Ουσιαστικό
fin (nl)