πέρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέρας πέρατα
γενική πέρατος περάτων
αιτιατική πέρας πέρατα
κλητική πέρας πέρατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέρας < αρχαία ελληνική πέρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέρας ουδέτερο

  1. το τέρμα, το τέλος,
  2. η ολοκλήρωση
    κηρύσσω το πέρας των εργασιών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • φέρνω εις πέρας: τελειώνω (κάτι)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]