Φινλανδός
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ουσιαστικό
Φινλανδός αρσενικό, Φινλανδή και Φινλανδέζα θηλυκό (πληθυντικός Φινλανδοί αρσενικό, Φινλανδές και Φινλανδέζες θηλυκό)
- (εθνικό) ο πολίτης της Φινλανδίας
Στη φράση "ο μέσος φινλανδός πολίτης" το εθνικό όνομα έχει θέση επιθέτου και γράφεται (από τις αρχές της δεκαετίας του 2000) με πεζό -παλαιότερα γράφονταν με κεφαλαίο και αυτό.
[
]
Μεταφράσεις
Φινλανδός
|
|