tow

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

tow  (en)

  1. η ρυμούλκηση
  2. αυτό που ρυμουλκεί, το ρυμουλκό
  3. αυτό που ρυμουλκείται, το ρυμουλκούμενο
  4. το σκοινί ή το καλώδιο που χρησιμοποιείται στη ρυμούλκηση

[] Open book 01.svg Ρήμα

tow  (en)

  1. ρυμουλκώ, σέρνω με σκοινί, τραβώ
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες