transmission

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

transmission (en)

  1. η μεταφορά, η μετάδοση, η μεταβίβαση, η εκπομπή
    Our company is one of the three global players in energy transmission and distribution - Η εταιρεία μας είναι μια από τις τρεις μεγαλύτερες παγκοσμίως στη μεταφορά και τη διανομή της ενέργειας
    probable person-to-person transmission of avian influenza - πιθανή μετάδοση της γρίπης των πτηνών από άνθρωπο σε άνθρωπο
    transmission tower - πύργος εκπομπής/πομπός
  2. αυτό που μεταφέρεται, μεταδίδεται, μεταβιβάζεται, εκπέμπεται
  3. το κιβώτιο ταχυτήτων στο αυτοκίνητο
    the new model is equipped with manual transmission - το νέο μοντέλο είναι εφοδιασμένο με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]