transmission
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
transmission (en)
- η μεταφορά, η μετάδοση, η μεταβίβαση, η εκπομπή
- Our company is one of the three global players in energy transmission and distribution - Η εταιρεία μας είναι μια από τις τρεις μεγαλύτερες παγκοσμίως στη μεταφορά και τη διανομή της ενέργειας
- probable person-to-person transmission of avian influenza - πιθανή μετάδοση της γρίπης των πτηνών από άνθρωπο σε άνθρωπο
- transmission tower - πύργος εκπομπής/πομπός
- αυτό που μεταφέρεται, μεταδίδεται, μεταβιβάζεται, εκπέμπεται
- το κιβώτιο ταχυτήτων στο αυτοκίνητο
- the new model is equipped with manual transmission - το νέο μοντέλο είναι εφοδιασμένο με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων