twist
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
twist (en)
- συστρέφω, στρίβω τις δύο άκρες ενός νήματος, σκοινιού κλπ προς αντίθετες κατευθύνσεις
- στριφογυρίζω κάτι
- διαστρέφω, διαστρεβλώνω, παραποιώ την αλήθεια