στροφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στροφή στροφές
γενική στροφής στροφών
αιτιατική στροφή στροφές
κλητική στροφή στροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στροφή < αρχαία ελληνική στροφή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /stɾɔ.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στροφή θηλυκό

  1. η αλλαγή πορείας
  2. η αλλαγή στάσης, απόψεων και συμπεριφοράς
  3. η καμπή του δρόμου
  4. (ναυτιλία) η αλλαγή πορείας του σκάφους προς τα δεξιά ή τα αριστερά με χειρισμό του πηδαλίου
  5. η περιστροφή
    η μπαλαρίνα έκανε δυο στροφές γύρω από τον εαυτό της
  6. (ποίηση) ομάδα στίχων που χωρίζεται από τους υπόλοιπους με κενή γραμμή

Εκφράσεις[]

  • το μυαλό του / της παίρνει στροφές : αντιλαμβάνεται εύκολα
  • στροφή 180 μοιρών: (μεταφορικά) η ολοκληρωτική αλλαγή στάσης / άποψης πάνω σε ένα θέμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στροφή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στροφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του στρέφω
  2. ελιγμός
  3. (μεταφορικά) πανουργία