στροφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στροφή | στροφές |
| Γενική | στροφής | στροφών |
| Αιτιατική | στροφή | στροφές |
| Κλητική | στροφή | στροφές |
Ετυμολογία
- στροφή < αρχαία ελληνική στροφή
Προφορά
Ουσιαστικό
στροφή θηλυκό
- η κυκλική κίνηση
- η αλλαγή πορείας
- η αλλαγή στάσης, απόψεων και συμπεριφοράς
- η καμπή του δρόμου
- (ναυτιλία) η αλλαγή πορείας του σκάφους προς τα δεξιά ή τα αριστερά με χειρισμό του πηδαλίου
- (ποίηση) ομάδα στίχων που χωρίζεται από τους υπόλοιπους με κενή γραμμή
Εκφράσεις
- το μυαλό του / της παίρνει στροφές : αντιλαμβάνεται εύκολα