στροφορμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στροφορμή στροφορμές
γενική στροφορμής στροφορμών
αιτιατική στροφορμή στροφορμές
κλητική στροφορμή στροφορμές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στροφορμή < στροφή + ορμή < μεταφραστικό δάνειο από την ...

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

στροφορμή θηλυκό

  1. (φυσική) το διανυσματικό μέγεθος που αποτελεί το γινόμενο της ορμής ενός περιστρεφόμενου σώματος επί την απόσταση από το κέντρο περιστροφής και συμβολίζεται με λατινικό κεφαλαίο L

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη