utilitaire

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
utilitaire utilitaires

utilitaire  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (φιλοσοφία) που αφορά ή τηρεί τη θεωρία του ωφελιμισμού
  2. χρήσιμος, επαγγελματικός
    Un véhicule utilitaire. - Επαγγελματικό όχημα.
  3. ιδιοτελής
    Calculs, préoccupations utilitaires. - Ιδιοτελείς υπολογισμοί, επιδιώξεις.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

utilitaire  (fr) αρσενικό

  • (πληροφορική) λογισμικό που χρησιμεύει στη διαχείριση του συστήματος
Un utilitaire de gestion de fichiers. - Πρόγραμμα διαχείρισης αρχείων.

Συγγενικές λέξεις

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/utilitaire"