vandale
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- vandale < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| vandale | vandales |
vandale (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- ο Βάνδαλος
- (μεταφορικά) καταστροφέας