window
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
window (en)
- το παράθυρο
- (μεταφορικά)
- window of opportunity
- (πληροφορική) το παράθυρο
- η βιτρίνα καταστήματος