βιτρίνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βιτρίνα | βιτρίνες |
| γενική | βιτρίνας | βιτρινών |
| αιτιατική | βιτρίνα | βιτρίνες |
| κλητική | βιτρίνα | βιτρίνες |
Ετυμολογία [
]
- βιτρίνα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
βιτρίνα θηλυκό
- η προθήκη καταστήματος όπου τοποθετούνται επιλεγμένα εμπορεύματα πίσω από τζάμι ώστε να είναι ορατά από το δρόμο
- (μεταφορικά) η εξωτερική όψη ενός πράγματος που είναι προσεκτικά επιμελημένη ώστε να δίνεται καλή εντύπωση στους άλλους
- διατηρεί πολύ προσεκτικά τη βιτρίνα του έντιμου ανθρώπου και καλού οικογενειάρχη, αλλά αν ήξερε ο κόσμος τι κουμάσι είναι!
- έπιπλο της τραπεζαρίας με τζάμι για τη φύλαξη των πιατικών, σερβίτσιων γυαλικών