παράθυρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

παράθυρο (1), όπως φαίνεται από το εσωτερικό του δωματίου
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράθυρο παράθυρα
γενική παραθύρου παραθύρων
αιτιατική παράθυρο παράθυρα
κλητική παράθυρο παράθυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράθυρο < αρχαία ελληνική παράθυρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.θi.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράθυρο ουδέτερο

  1. άνοιγμα σε τοίχο, κανονικού σχήματος, συνήθως ορθογωνίου, που εξυπηρετεί τον αερισμό και τον φωτισμό ενός εσωτερικού χώρου κτηρίου όχι όμως και την είσοδο σε αυτόν (υπό κανονικές συνθήκες)
  2. (πληροφορική) ορθογώνια περιοχή στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει εργαλεία διασύνδεσης του χρήστη και δεδομένα μιας συγκεκριμένης εφαρμογής που τρέχει εκείνη την στιγμή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μπήκε από το παράθυρο: για κάποιον που έγινε δεκτός σε μία θέση χωρίς να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]