θύρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θύρα θύρες
γενική θύρας θυρών
αιτιατική θύρα θύρες
κλητική θύρα θύρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θύρα < αρχαία ελληνική θύρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θύρα θηλυκό

  1. η πόρτα
  2. κάθε είσοδος σε γήπεδο ή στάδιο που οδηγεί στην αντίστοιχη αριθμημένη εξέδρα του
    • (κατ’ επέκταση) εξέδρα γηπέδου
    • (κατ’ επέκταση) το σύνολο των θεατών που κάθονται σε μία εξέδρα
      η θύρα 12 ήταν ανάστατη
  3. (ηλεκτρονικοί υπολογιστές) ειδική υποδοχή σε προσωπικούς υπολογιστές για την εισαγωγή του κατάλληλου καλωδίου που θα επιτρέψει την επικοινωνία με περιφερειακές συσκευές.
    παράλληλη θύρα, σειραϊκή θύρα, θύρα USB

Εκφράσεις[]

  • επί θύραις / προ των θυρών: κάτι απειλητικό που επίκειται ή βρίσκεται πολύ κοντά ήδη
πόλεμος προ των θυρών
  • κεκλεισμένων των θυρών: με κλειστές τις πόρτες για το κοινό, το κοινό δεν μπορεί να παρακολουθήσει
η πολύκροτη δίκη θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών
  • πολιτική / διπλωματία ανοιχτών θυρών: πολιτική ή διπλωματία που στοχεύει στον ελεύθερο εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών και επιδιώκει την ανάπτυξη των σχέσεών τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θύρα θύρα θύραι
Γενική θύρας θύραιν θυρῶν
Δοτική θύρ θύραιν θύραις
Αιτιατική θύραν θύρα θύρας
Κλητική θύρα θύρα θύραι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θύρα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]