εξέδρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξέδρα εξέδρες
γενική εξέδρας εξεδρών
αιτιατική εξέδρα εξέδρες
κλητική εξέδρα εξέδρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξέδρα < εξ + έδρα < αρχαία ελληνική ἐξέδρα (βοηθητικό οίκημα, καλύβα, στοά) < ἐξ + ἕδρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εξέδρα θηλυκό

  1. υπερυψωμένη κατασκευή (συνήθως ξύλινη), για διάφορους σκοπούς
    εξέδρα καταδύσεων (κατασκευή σε ορισμένο ύψος στις πισίνες, από το οποίο κάνει βουτιά ο κολυμβητής)
    εξέδρα επισήμων (σε παρελάσεις συνήθως)
    εξέδρα άντλησηςπετρελαίου
    εξέδρες γηπέδου (εξέδρες καθισμάτων)

32πχ Μεταφράσεις[]