θυρίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυρίδα θυρίδες
γενική θυρίδας θυρίδων
αιτιατική θυρίδα θυρίδες
κλητική θυρίδα θυρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θυρίδα < αρχαία ελληνική θυρίς, υποκοριστικό του θύρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰwer- (θύρα) (3,4,5: σημασιολογικό δάνειο από γαλλική guichet)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θυρίδα θηλυκό

  1. μικρό άνοιγμα, μικρή πόρτα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παραπόρτι, πορτίτσα, πορτούλα
  2. άνοιγμα σε τοίχο, σαν μικρό παράθυρο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παραθυράκι, φεγγίτης
  3. άνοιγμα σε τοίχο ή διαχωριστικό σε γραφείο ή υπηρεσία, μέσα απ’ το οποίο γίνεται η επικοινωνία και η συναλλαγή των υπαλλήλων με το κοινό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γκισέ, ταμείο
  4. καθένα από τα ντουλαπάκια που βρίσκονται σε ταχυδρομεία, τράπεζες κ.λπ. και στα οποία φυλάσσονται έγγραφα, αλληλογραφία, χρήματα κ.ά.
  5. άνοιγμα ή ειδικό ντουλαπάκι σε όχημα ή σκεύος που ταπώνεται με πώμα
  6. (ναυτικός όρος) η μπουκαπόρτα, η φορτοθυρίδα
  7. (ναυτικός όρος) η κανονιοθυρίδα, το άνοιγμα που άνοιγε στα πλαϊνά του πλοίου για να βγει η κάννη του κανονιού
  8. (ζωολογία) καθένα από τα δύο τμήματα οστρακοειδών ή καρκινοειδών
  9. (θρησκεία) καθένα από τα δύο φύλλα της πύλης του αγίου βήματος σε ιερό

32πχ Μεταφράσεις[]