πύλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πύλη πύλες
γενική πύλης πυλών
αιτιατική πύλη πύλες
κλητική πύλη πύλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πύλη < αρχαία ελληνική πύλη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpi.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πύλη θηλυκό

  1. λογικό κύκλωμα ηλεκτρονικού υπολογιστή
  2. ιστοσελίδα με ποικίλο περιεχόμενο
  3. είσοδος, πόρτα

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πύλη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πύλη θηλυκό

  1. το καθένα από τα δύο φύλλα πόρτας
  2. (κατ’ επέκταση) η είσοδος, η πόρτα σε κτίσμα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]