ταμείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ταμείο | ταμεία |
| γενική | ταμείου | ταμείων |
| αιτιατική | ταμείο | ταμεία |
| κλητική | ταμείο | ταμεία |
Ετυμολογία [
]
- ταμείο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ταμείο ουδέτερο