τοίχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τείχος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τοίχος τοίχοι
γενική τοίχου τοίχων
αιτιατική τοίχο τοίχους
κλητική τοίχε τοίχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τοίχος < αρχαία ελληνική τοῖχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈti.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τοίχος αρσενικό

  • κατασκεύασμα από διάφορα δομικά υλικά, π.χ. πέτρες, τούβλα κ.λπ., τα οποία τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο, περιβάλλοντας εξωτερικά ένα κτίσμα ή χωρίζοντάς το εσωτερικά

Εκφράσεις[]

  • κολλάω (κάποιον) στον τοίχο : αποστομώνω
  • στήνω (κάποιον) στον τοίχο :
    1. οδηγώ κάποιον στο εκτελεστικό απόσπασμα
    2. κατηγορώ κάποιον
  • τοίχο-τοίχο : για κάποιον που περπατά προσεχτικά, ακουμπώντας στον τοίχο
  • χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο : μετανιώνω

Ομώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]