πέτρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πέτρα | πέτρες |
| γενική | πέτρας | πετρών |
| αιτιατική | πέτρα | πέτρες |
| κλητική | πέτρα | πέτρες |
Ετυμολογία [
]
- πέτρα < αρχαία ελληνική πέτρα (βράχος)
Ουσιαστικό [
]
πέτρα θηλυκό
Εκφράσεις [
]
- δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα, δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα:
- η πέτρα του σκανδάλου:
- κάνω πέτρα την καρδιά μου:
- με παίρνουν με τις πέτρες:
- όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα τον βρεις από κάτω:
- πιάνω την πέτρα και γίνεται χρυσάφι: είμαι χρυσοχέρης (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
- ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου):
- στίβω την πέτρα: είμαι πολύ δυνατός (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
- το ξέρουν και οι πέτρες: