πετρέλαιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πετρέλαιο πετρέλαια
γενική πετρελαίου
& πετρέλαιου
πετρελαίων
& πετρέλαιων
αιτιατική πετρέλαιο πετρέλαια
κλητική πετρέλαιο πετρέλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πετρέλαιο < πέτρα + έλαιο (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική pétrole)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ˈtɾɛ.lɛ.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πετρέλαιο ουδέτερο

  • παχύρρευστο, μαύρο, βαθύ καφετί ή πρασινωπό υγρό ορυκτό καύσιμο που αποτελείται κυρίως από υδρογονάνθρακες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]