zafferano

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of Italy.svg Ιταλικά (it)

[] Open book 01.svg Επίθετο

zafferano  (it) αρσενικό

  1. σαφράν είδος χρώματος, κιτρινωπό
  2. (μεταφορικά) αγόρασα ένα αυτοκίνητο (χρώματος) σαφράν

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

zafferano  (it) αρσενικό

  1. (βοτανική) κρόκος, ζαφορά ποώδες πολυετές φυτό που χρησιμοποιείται στην μαγειρική και φαρμακευτική αποξηραμένο και αλεσμένο σε κρόκους
  2. (ορνιθολογία) είδος γλάρου με φτερά χρώματος σαφράν
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες