ζαφορά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ζαφορά | ζαφορές |
| γενική | ζαφοράς | ζαφορών |
| αιτιατική | ζαφορά | ζαφορές |
| κλητική | ζαφορά | ζαφορές |
Ετυμολογία [
]
- ζαφορά < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά[
]
Ουσιαστικό [
]
ζαφορά θηλυκό
- ουσία που λαμβάνεται από τα άνθη του φυτού κρόκος (Crocus sativus) και χρησιμοποιείται στη μαγειρική