ζαφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαφορά ζαφορές
γενική ζαφοράς ζαφορών
αιτιατική ζαφορά ζαφορές
κλητική ζαφορά ζαφορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαφορά < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /za.fɔ.'ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαφορά θηλυκό

  1. ουσία που λαμβάνεται από τα άνθη του φυτού κρόκος (Crocus sativus) και χρησιμοποιείται στη μαγειρική


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]