κρόκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρόκος | κρόκοι |
| γενική | κρόκου | κρόκων |
| αιτιατική | κρόκο | κρόκους |
| κλητική | κρόκε | κρόκοι |
Ετυμολογία [
]
- κρόκος < αρχαία ελληνική κρόκος
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κρόκος
- γένος φυτών της οικογένειας των Irridaceae
- ουσία που λαμβάνεται από τα άνθη του Crocus sativus, η ζαφορά
- ο κίτρινος πυρήνας του αβγού των οικόσιτων πουλερικών
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
- κρόκος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
το φυτό
τμήμα του αυγού
η ουσία
|
→ δείτε τη λέξη: ζαφορά |
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: