πυρήνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πυρήνας | πυρήνες |
| γενική | πυρήνα | πυρήνων |
| αιτιατική | πυρήνα | πυρήνες |
| κλητική | πυρήνα | πυρήνες |
[
]
Ετυμολογία
- πυρήνας < αρχαία ελληνική πυρήν
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pi.ˈɾi.nas/
[
]
Ουσιαστικό
πυρήνας αρσενικό
- (φυσικές επιστήμες) το κέντρο του ατόμου
- (κυτταρολογία) μεγάλο σωματίδιο στο κέντρο του κυττάρου
- το κουκούτσι ενός καρπού, π.χ. ενός φρούτου
- το νοηματικό κέντρο, η ουσία, η "καρδιά" ενός ζητήματος
- η μικρότερη οργανωτική μονάδα ενός πολιτικού οργανισμού, π.χ. ενός κόμματος
- λογισμικό που αναλαμβάνει τον έλεγχο όλων των χαμηλού επιπέδου λειτουργιών του υπολογιστή, π.χ τη διαχείριση της μνήμης ή την επικοινωνία με συσκευές
- (αστρονομία) η κεντρική περιοχή ενός άστρου