κέντρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κέντρο < από το αρχαίο κέντρον
Ουσιαστικό [
]
κέντρο
- (μαθηματικά) το σημείο από το οποίο ισαπέχουν όλα τα σημεία της περιφέρειας ενός κύκλου ή της επιφάνειας μιας σφαίρας
- η περιοχή ενός σώματος που απέχει εξίσου από τα άκρα του, το μέσον
- η περιοχή μιας πόλης, συνήθως γύρω από μια πλατεία, που συγκεντρώνει τα σημαντικότερα κτήρια από πολιτική, διοικητική, εμπορική άποψη, τις σπουδαιότερες δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής
- σημείο μεγάλης σπουδαιότητας για έναν τομέα
- το κέντρο της πνευματικής ζωής
- οργανισμός ή ίδρυμα
- Κέντρο Ελληνικού Κινηματογράφου
- Κέντρο Υγείας: μονάδα πρωτοβάθμιας περίθαλψης
- Εργατικό Κέντρο: συνδικαλιστικό όργανο που συγκεντρώνει τα εργατικά σωματεία μιας πόλης
- κτήριο που συγκεντρώνει πολλές ομοειδείς δραστηριότητες
- χτίστηκε ένα νέο εμπορικό κέντρο
- η εκδήλωση θα γίνει στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου
- κέντρο διασκεδάσεως, χώρος νυχτερινής διασκέδασης με ζωντανή μουσική
Εκφράσεις [
]
- κέντρο απόκεντρο: μια περιοχή κοντά στο κέντρο της πόλης που διευκολύνει τη μετακίνηση προς αυτό χωρίς να επιβαρύνεται πολύ από κίνηση και θόρυβο
- κέντρο διερχομένων: περιοχή με μεγάλη κίνηση, πολλούς περαστικούς επισκέπτες (λέγεται και ως έκφραση δυσφορίας)