κέντρον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική κέντρον κέντρω κέντρα
Γενική κέντρου κέντροιν κέντρων
Δοτική κέντρ κέντροιν κέντροις
Αιτιατική κέντρον κέντρω κέντρα
Κλητική κέντρον κέντρω κέντρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κέντρον < κεντέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κέντρον ουδέτερο

  1. κάθε αιχμηρό αντικείμενο που χρησιμεύει για κέντρισμα ζώου, κεντρί
    δεινόν προς κέντρα λακτίζειν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βουπλήξ, βούκεντρον
  2. παρακίνηση, παρόρμηση
  3. όργανο βασανισμού
  4. αιχμή του δόρατος
  5. κέντρο στροβίλου
  6. κεντρί εντόμων
  7. τμήμα του ποδιού του κόκορα, με το οποίο χτυπάει
  8. το αγκάθι του θαλασσινού ζώου τοξότης
  9. το ανδρικό μόριο
  10. το σταθερό σκέλος του διαβήτη
  11. καρφί