κέντρον
Από Βικιλεξικό
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- κέντρον < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κέντρον ουδέτερο
- κάθε αιχμηρό αντικείμενο που χρησιμεύει για κέντρισμα ζώου, κεντρί
- δεινόν προς κέντρα λακτίζειν