καρφί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καρφί | καρφιά |
| γενική | καρφιού | καρφιών |
| αιτιατική | καρφί | καρφιά |
| κλητική | καρφί | καρφιά |
[
]
Ετυμολογία
- καρφί < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής καρφίον < αρχαία ελληνική κάρφος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
καρφί ουδέτερο
- αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικειμένων σε τοίχο
- υπονοούμενο, μπηχτή
- καταδότης
- (βόλεϊ) η ευθύγραμμη βολή που εκτελείται με δύναμη από το ύψος του φιλέ
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
αιχμηρό κομμάτι μετάλλου
|
|
καταδότης
[
]
Επίρρημα
καρφί
- ευθύγραμμη πορεία, ολόισια
- Από κει και πέρα ο δρόμος συνεχίζει καρφί για την Αθήνα
- πορεία χωρίς στάσεις
- Μετά από μια σύντομη στάση συνεχίσαμε καρφί για την Αθήνα