μόριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μόριο μόρια
γενική μορίου μορίων
αιτιατική μόριο μόρια
κλητική μόριο μόρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μόριο < αρχαία ελληνική μόριον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmɔ.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μόριο ουδέτερο

  1. (φυσικές επιστήμες) η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
    ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου
  2. (γραμματική) άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων
    το μόριο «δεν» γράφεται με τελικό ν πριν από...
    • αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη
      το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό
  3. πολύ μικρή ποσότητα ύλης, σωματίδιο
  4. τμήμα του ανθρώπινου σώματος
  5. εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
  6. σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης

32πχ Μεταφράσεις[]