έντομο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | έντομο | έντομα |
| γενική | εντόμου | εντόμων |
| αιτιατική | έντομο | έντομα |
| κλητική | έντομο | έντομα |
[
]
Ετυμολογία
- έντομο < αρχαία ελληνική ἔντομον
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
έντομο ουδέτερο
- μικρόσωμο αρθρωτό ζώο με έξι πόδια, του οποίου το σώμα χωρίζεται με τομές σε τρία μέρη: κεφάλι, θώρακα και κοιλιά