ânon
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ânon < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ânon | ânons |
ânon (fr) αρσενικό
- το γαϊδουράκι
| ενικός | πληθυντικός |
| ânon | ânons |
ânon (fr) αρσενικό