ça

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ça < άλλη μορφή, συντομευμένη, του cela

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

ça (fr)

  1. (οικείο) αυτό
  2. ((σκωπτ}} χρησιμοποιείται γενικά μιλώντας για πολλά άτομα
  3. το σεξ, η ερωτική επαφή

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

ça (fr)

  1. χρησιμοποιείται στην αρχή πρότασης που εκφράζει τον θαυμασμό, την απορία, κ.α.
    ça alors ! ! /ça, par exemple ! - άλλο πάλι κι ετούτο! δεν είμαστε καλά! απίστευτο! ...

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]