écritoire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

écritoire < escritorie, «γραφείο μελετών» < μεσαιωνική λατινική scriptorium

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
écritoire écritoires

écritoire (fr) αρσενικό

  1. μικρή θήκη με είδη γραφείου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]