Μετάβαση στο περιεχόμενο

émetteur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
émetteur < émettre

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό émetteur émetteurs
θηλυκό émettrice émettrices

émetteur (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
émetteur émetteurs

émetteur (fr) αρσενικό