évaluationnite

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
évaluationnite évaluationnites

évaluationnite (fr) θηλυκό

  1. νεολογισμός που εκφράζει την επίμονη αξιολόγηση των μαθητών σε όλα τα επίπεδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]