Άβελ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Άβελ < από το εβραϊκό όνομα הבל (Hẹḇel) που σημαίνει ανάσα, ατμός, πνοή, απώλεια, ματαιότητα ή, κατά άλλους ειδικούς, από την ακκαδική λέξη ablu (γιος) ή από λέξη που σημαίνει κτηνοτρόφος

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Άβελ αρσενικό άκλιτο

  1. γιος του Αδάμ και της Εύας τον οποίο σύμφωνα με τη Βίβλο σκότωσε ο αδελφός του Κάιν

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]