Ίμπρογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ίμπρογλου | οι | Ίμπρογλοι & Ιμπρογλαίοι |
οι | Ίμπρογλου |
| γενική | του/της | Ίμπρογλου | των | Ίμπρογλων & Ιμπρογλαίων |
των | Ίμπρογλου |
| αιτιατική | τον/την | Ίμπρογλου | τους | Ίμπρογλους & Ιμπρογλαίους |
τους/τις | Ίμπρογλου |
| κλητική | Ίμπρογλου | Ίμπρογλοι & Ιμπρογλαίοι |
Ίμπρογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ίμπρογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ίμπρογλου αρσενικό ή θηλυκό