Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βίκο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βίκο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βίκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική Vico

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βίκο άκλιτο

  1. (αρσενικό) ανδρικό όνομα
  2. (αρσενικό ή θηλυκό) επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. οικισμός της Γαλλίας στην Κορσική (Χρειάζεται γένος στην ελληνική εκφορά)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Βίκο αρσενικό