Εγίνογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Εγίνογλου | οι | Εγίνογλοι & Εγινογλαίοι |
οι | Εγίνογλου |
| γενική | του/της | Εγίνογλου | των | Εγίνογλων & Εγινογλαίων |
των | Εγίνογλου |
| αιτιατική | τον/την | Εγίνογλου | τους | Εγίνογλους & Εγινογλαίους |
τους/τις | Εγίνογλου |
| κλητική | Εγίνογλου | Εγίνογλοι & Εγινογλαίοι |
Εγίνογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Εγίνογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Εγίνογλου αρσενικό ή θηλυκό