Λάουρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Λάουρα < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Λάουρα θηλυκό

  • γυναικείο όνομα
  • στη νήσο Σύμη η λέξη είναι συνώνυμη με την γοργόνα και οι ντόπιοι αποκαλούν "Λαουρί" εκείνο το παιδί που όταν κοιμάται τρίζει τα δόντια του, πιστεύοντας ότι κάποια Λάουρα έχει έλθει και το ταλαιπωρεί. (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]