Μάγκογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Μάγκογλου | οι | Μάγκογλοι & Μαγκογλαίοι |
οι | Μάγκογλου |
| γενική | του/της | Μάγκογλου | των | Μάγκογλων & Μαγκογλαίων |
των | Μάγκογλου |
| αιτιατική | τον/τη | Μάγκογλου | τους | Μάγκογλους & Μαγκογλαίους |
τους/τις | Μάγκογλου |
| κλητική | Μάγκογλου | Μάγκογλοι & Μαγκογλαίοι |
Μάγκογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μάγκογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μάγκογλου αρσενικό ή θηλυκό