Ουχούρου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ουχούρου < σουαχίλι Uhuru < uhuru (ανεξαρτησία)
Μεταγραφή
[επεξεργασία]Ουχούρου αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο
- όνομα (ανδρικό ή γυναικείο)
Ουχούρου Κενυάτα, Κενυάτης πολιτικός και ο τέταρτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κένυας
- κορυφή του όρους Κιλιμάντζαρο στην Τανζανία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα σουαχίλι (νέα ελληνικά)
- Μεταγραφές (νέα ελληνικά)
- Ονόματα κοινού γένους ξενικά (νέα ελληνικά)
- Ονόματα κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Κορυφές βουνών της Τανζανίας (νέα ελληνικά)
- Κορυφές βουνών (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Τανζανίας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)