άουτ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άουτ < αγγλική out (έξω, εκτός)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

άουτ

  • (αθλητισμός) καταδεικνύει πως η μπάλα βγήκε εκτός ορίων και πρέπει να αλλάξει η κατοχή της μπάλας απο την ομάδα που έκανε το "out" στην άλλη
η μπάλα βγήκε άουτ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άουτ ουδέτερο

  • το αποτέλεσμα μιας βολής που έστειλε την μπάλα εκτός ορίων
το άουτ οφειλόταν στην βιασύνη του ποδοσφαιριστή

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]